ὅμηρος

ὅμηρος
Grammatical information: m.
Meaning: `pledge, hostage, bail, warrant' (IA.).
Other forms: pl. also .
Derivatives: ὁμηρεύω, also with ἐξ-, συν-, `to serve as a hostage, to guarantee, to take as a pledge, to take hostage' (Att. Redner, E. Rh. 434, Antiph.) with ὁμηρ-εία f. (Pl., Th., Plb.), -ευμα n. (Plu.) `pledge, hostage', ἐξ-ευσις f. `hostage-taking' (Plu.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: Prob. prop. with Curtius a.o. "who is together (with others), the companion, who is forced to go with", compound of ὁμοῦ and ἀρ- in ἀραρειν etc. w. similar meaningdevelopment as in Lat. obsēs ( : obsideō) `hostage, bail' (but the root ἀρ- is difficult to understand). Slightly diff. Szemerényi Glotta 33, 363 ff.: the 2. member to ἐρ- in ἔρχομαι. The orig. meaning still in ὁμηρέω and ὁμηρέταις ὁμοψήφοις, ὁμογνώμοσιν H.; cf. also ὁμαρτέω and ἁμαρτή. -- Perhaps identical with this ὅμηρος = ὁ τυφλός (Lyc., H.), "because he goes with his leader" (Birt Phil. 87, 376ff.; cf. Kretschmer Glotta 22, 264)?; hardly convincing. Rather appellative use of the name of the poet (?). On attempts to connect the name Ο῝μηρος (Cret. Ο῝μαρος) wiht the appellative, s. except P.-W. 8, 2199 f. also Birt l.c. and Durante Rend. Acc. Lincei Ser. 8: 12, 94ff.; cf. Schwartz Herm. 75, 1ff., Bonfante, Par. Pass. 1968, 360; Posock, St. Mic. 4(1967)101; Deroy, Ant. Cl. 1972, 427.
Page in Frisk: 2,386

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ὅμηρος — Homer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὅμηρος — pledge masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όμηρος — Πρόσωπο που κρατείται ως εγγύηση για την τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς από μέρους του κράτους στο οποίο ανήκει ή των πολιτών του. Η πρακτική της ομηρίας προς εξασφάλιση του σεβασμού των συνθηκών συναντάται στην αρχαιότητα, στα κράτη της Πρόσω… …   Dictionary of Greek

  • Όμηρος — Πρόσωπο που κρατείται ως εγγύηση για την τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς από μέρους του κράτους στο οποίο ανήκει ή των πολιτών του. Η πρακτική της ομηρίας προς εξασφάλιση του σεβασμού των συνθηκών συναντάται στην αρχαιότητα, στα κράτη της Πρόσω… …   Dictionary of Greek

  • όμηρος — [омирос] ουσ. заложник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • όμηρος — ο 1. πρόσωπο που κρατείται ως εγγύηση για την τήρηση κάποιας συμφωνίας ή υπόσχεσης. 2. αιχμάλωτος: ΟιΤούρκοι έχουν πολλούς Κύπριους ομήρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μπεκές, Όμηρος — (Κωνσταντινούπολη 1886 – Αθήνα 1971). Ποιητής. Από το 1908 έως το 1957 υπήρξε καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας και της γαλλικής γλώσσας σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης της Καβάλας, αργότερα της Κωνσταντινούπολης και τέλος της Αθήνας. Ήταν ο… …   Dictionary of Greek

  • ὁμήροις — ὅμηρος pledge masc dat pl ὅμηρος pledge neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὁμήρω — Ὅμηρος Homer masc nom/voc/acc dual Ὅμηρος Homer masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμήρω — ὅμηρος pledge masc nom/voc/acc dual ὅμηρος pledge masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμήρων — ὅμηρος pledge masc gen pl ὅμηρος pledge neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.